Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Οι 4 εποχές του Σαλβαντόρ Νταλί

Μέσα απο το κατώφλι μιας παλιάς ισπανικής πόρτας στο Καδάκες της Ισπανίας μπαίνοντας έβλεπες εναν χώρο γεμάτο απο βιβλία και σκόρπια ετερόκλιτα και παλιά αντικείμενα.Παντού γύρω δέσποζαν κούκλες για βιτρίνες, το μοντέλο ενος γιγαντιαίου μορίου, βενετσιάνικες μάσκες, ένα γύψινο ομοίωμα του Ερμή του Πραξιτέλη μασκαρεμένο με μια προσωπίδα ξιφασκίας. Στην άκρη σωρός απο χρώματα, πινέλα, κάρβουνα και μουσαμάδες. Και κάπου στη μέση το καβαλέτο του. Μέσα σε αυτό το ατελιέ ο Νταλί ζωγράφισε τον σουρεαλισμό μέσα απο τις παραληρηματικές ιδέες και τις εμμονές του. Ο άνθρωπος με το μουστάκι που θύμιζε κεραίες, μίλούσε για τις εμμονές του με αγγέλους, για τη σύγχυση των φύλων, για τον τρόμο του για το στήθος, τον φόβο του για τον γυναικείο κόλπο και τα αφροδίσια νοσήματα.

Φθινόπωρο
Το Φθινόπωρο του Νταλί ήταν το Παρίσι με την «αυλή» του στο αγαπημένο του μαγαζί, που ήταν γεμάτο με βαλσαμωμένα ζώα, σκελετούς κορκοδείλων,αυγά στρουθοκάμηλου,σαγόνια καρχαρία. Διασκέδαζε με το να παίζει τον ρόλο του βασιλιά που τον περιστοίχιζε η υποταγμένη του «αυλή» . Του άρεσε να περιτρυγιρίζεται απο εκκεντρικές προσωπικότητες που του έκαναν εντύπωση και τους έδινε παρατσούκλια γιατί θεωρούσε οτι τα ονόματα ήταν πολύ πεζά και δυσκολοπρόφερτα.. Στο Παρίσι μιλούσε για το αγαπημένο του ναρκωτικό-το μεταλλικό νερό, για το χρώμα του το μώβ, το χρώμα της Λειτουργίας και των τελετών. Σο Λούβρο με το μπαστούνι του Κόμη Μοντεσκιέ που είχε στη συλλογή του, έδειχνε περιπαιχτικά τον πίνακα της Τζοκόντα. Δεν του άρεσε το διφορούμενο ύφος της και έβλεπε το πρόσωπο της έκφυλο που σε προκαλούσε να πλησιάσεις. Αγαπούσε τις χρυσώσεις, τα μπαστούνια του,τα λουλούδια του- τις αμαρυλλίδες. Ζούσε με έναν τρόπο τελετουργικο.Κάθε μέρα έτρωγε στο ίδιο εστιατόριο, έπαιρνε το τσάι ή το κοκτέιλ του ενώ έλεγε πόσο θαύμαζε την ομορφιά στο ελληνικό ιδεώδες-τον Ερμαφρόδιτο που κατά την γνώμη του ήταν η θεία ύπαρξη.

Χειμώνας
Ο χειμώνας του περνούσε στην Νέα Υόρκη.Ο Νταλί την έλεγε ως την πιο estimulante(ερεθιστική) πόλη του κόσμου.Στη Νέα Υόρκη έβρισκε υπερρεαλιστικό το γαλάζιο του ουρανού που αντανακλούσε στα τζάμια των ασημί κτιρίων.Του άρεσαν οι καπνοί που ξεπηδούσαν απο τα έγκατα της πόλης στη μέση των μισοασκασμένων δρόμων.Λάτρευε που το φώς και η ατμόσφαιρα της του θύμιζαν τον ουρανό της Ολλανδίας. Έπαιρνε το πρωινό του στο ξενοδοχείο παρέα με τις βρώμικες φανέλες του.Όταν έπαιρνε το πρόγευμα του, άφηνε να στάζει ο καφές και το γάλα πάνω στις φανέλες του. Έλεγε πως κάνουν εξαίσιες κηλίδες.Μπορείς καυχιόταν, απάνω τους να δείς γεωγραφικούς χάρτες ή πίνακες εκπληκτικής ομορφιάς. Έτρωγε σε ενα πύργο φτιαγμένο απο πέτρα σχολιάζοντας μια ταπετσαρία που αναπαριστούσε μια Κυρία με έναν Μονόκερο. Ό Νταλί διηγόταν για τους μονόκερους οτι ήταν μυθικά ζώα που συνόδευαν μεσαιωνικές παρθένες και η παρουσία τους ήταν εγγύηση της αγνότητας τους. Αυτό που αγαπούσε περισσότερο ήταν.. να αποβλακώσει κάποιον.

Άνοιξη
Η άνοιξη του Νταλί θαύμαζε την Βαρκελώνη. Μιλούσε για την θεωρία του πάνω στις μυρωδιές. Τις μυρωδιές αγιότητας κάποιων μαρτύρων, μυρωδιές που απόρεαν απο την χημική αντίδραση του εν αποσύνθεσει σώματος. Είχε πειστεί οτι για την σχέση μεταξύ αναθυμιάσεων του ανθρώπινου σώματος και της ηθικής ποιότητας του ατόμου οτι μονάχα οι μυστικιστικές υπάρξεις δεν μύριζαν άσχημα. Παρακολουθούσε ταυρομαχίες και πρόσεχε τα εκτυφλωτικά χρώματα, την πολυτέλεια των κουστουμιών που φοροούσαν οι ταυρομάχοι. Του άρεσε η ευγένεια των αλόγων, το πιτσιλισμένο με αίμα, μαύρο του ταύρου. Έκανε βόλτες σε κακόφημες γειτονιές με μπάρ γεμάτα ναύτες και καμπαρέ. Αγόραζε υλικά για τη ζωγραφική του και αντίκες απο το Καρέ ντε λε πλάγια και διασκέδαζε απο φάλτσες μελωδίες μουσικών. Εμπνέοταν την υλοποίηση των παραληρηματικών του ιδεών στο Μουσείο του στο Φιγκέρας. Ενα αυτοκίνητο γεμάτο ζωντανά σαλιγκάρια, ένα σαλόνι –μπουντουάρ στο σχήμα του προσώπου της Μέι Γουέστ, γιγαντιαία αυγά στη πρόσοψη του μουσείου που θύμιζαν Ντε Κιρίκο.

Καλοκαίρι
Το καλοκαίρι του Νταλί ήταν κοντά στο Καδάκες, κόντα στην γενέτειρα του το Φιγκέρας. Το Καδάκες του θύμιζε την παιδική του ηλικία. Πολύ μικρός κλείστηκε μέσα στον μύλο του Καδάκες για να μάθει να ζωγραφίζει κεράσια.Πολύ γρήγορα κατάλαβε οτι για κάθε κεράσι του χρειαζόταν τρείς πινελιές. Κόκκινη, σκούρα πορφυρή για το σκιασμένο μέρος του φρούτου και λευκή γις την ανταύγεια που το έκανε να γυαλίζει.Περνούσε μικρός ώρες ατελείωτες στον καταρράκτη του χωριού τρώγοντας ψωμί και σοκολάτα. Το σπίτι του στο Πόρτ Λιγκατ του Καδάκες ήταν γεμάτο ελιές και τα σκαλοπάτια του ήταν πνιγμένα στις πικροδάφνες. Έτρωγε αστακό με σοκολάτα, έπαιρνε την σιέστα του, ζωγράφιζε στο ατελιέ του. Ο ήχος του πικ άπ του θύμιζε σαρδέλες μέσα σε καύτο λάδι.Φορούσε τα βρώμικα γυαλιά του που δεν τα καθάριζε ποτέ γιατί έλεγε οτι ήταν όλα πιο όμορφα, θολά. Πίστευε οτι η ζωή είναι πιο ποιητική όταν ζείς με λάθη και αρώματα. Μιλούσε για τις λιμπελούλες, ότι ήταν ζωύφια που εμφανίζουν συμπτώματα αντί-έλξης όπως και οι μύγες και τις θεωρούσε μηχανές του μέλλοντος.


Και ξανάρθε πάλι ο Χειμώνας του Νταλί με το θάνατο της γυναίκας του Γκαλά. Έπεσε σε βαθιά κατάθλψη, πάθαινε νευρικείς κρίσεις, τρέμουλες και διακατέχοταν απο φανταστικούς φόβους. Πάθαινε κρίσεις αληθινής τρέλας ουρλιάζοντας και χειρονομώντας σαν δαιμονισμένος, έπεφτε κάτω ξερός και δεν ήθελε με τίποτα να τον σηκώσουν. Ζητούσε να μείνει αβοήθητος και μόνος. Ζήτησε να ταριχεύσουν τη Γκαλά σε ένα γυάλινο φέρετρο και να την βάλουν μέσα στο σπίτι της στο Πουμπόλ. Αν και το να την ταριχεύσουν ήταν παράνομο, όλοι έκαναν τα στραβά μάτια. Η τρέλα του τον έκανε να αποκηρύξει και ώς πλαστά ορισμένα απο τα εκτεθειμένα έργα του. Με τον χαμό της γυναίκας του το μόνο που τον παρηγορούς πιαε ήταν ένα μικρό ξυλαράκι της Γκαλά που για δεκαετίες το κρατούσε στη τσέπη του για φυλαχτό χωρίς ούτε μια στιγμή να το αποχωριστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου